Για την οπαδική βία ως κοινωνικό φαινόμενο

 

Μετά από πρόσκληση εκπροσώπων τεσσάρων σελίδων φίλων του ΠΑΟΚ:  1) ΜΕΓΑΛΕ ΠΑΟΚ, 2) 100 χρόνια ΠΑΟΚΑΡΑ 1926-2026, 3) ΠΑΟΚ ΕΜΕΙΣ ΜΑΖΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΖΩΗ, 4) ΠΑΟΚ το παρελθόν, το παρόν & το μέλλον, ξεκινάμε τον διάλογο σχετικά με την οπαδική βία με κοινωνική ματιά. Για τον λόγο αυτό, απευθυνθήκαμε σε εξειδικευμένα άτομα που ασχολούνται στην πράξη με την κοινότητα και την παραβατικότητα νέων και ανηλίκων.

Η οπαδική βία θα πρέπει να προσεγγιστεί συνολικά, για να δούμε την έκταση του φαινομένου και τους τρόπους αντιμετώπισης. Όπως αναδεικνύεται στα κείμενα που ακολουθούν, οι δεσμοί με μία ομάδα ενεργοποιούν έντονα συναισθήματα. Επιπλέον, η αθλητική ομάδα συνδέεται με οικονομικά συμφέροντα και καταναλωτικά πρότυπα και ασκεί επιρροή στη συμπεριφορά του οπαδού και στον συναισθηματικό του κόσμο. Η οπαδική βία είναι μέρος φαινομένων κοινωνικής παθογένειας, καθώς μέσα από αυτήν το άτομο δρα παραβατικά, επιβεβαιώνει την αρνητική ταυτότητα, εκφράζει τις κοινωνικές ανισότητες.

Η βία μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια νέα κοινωνικοποίηση με επίκεντρο τον άνθρωπο. Επιπλέον, είναι απαραίτητη η δράση σε επίπεδο πρόληψης, μέσα από την ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών, την ένταξη μέσω προγραμμάτων αθλητισμού, εθελοντισμού και πολιτισμού.

Στον Σύλλογο Ελλήνων/ίδων Κοινωνιολόγων (ΣΕΚ) παρ. Θεσσαλονίκης, πιστεύουμε στην πολύπλευρη αντιμετώπιση των φαινομένων βίας μέσα από παρεμβάσεις, δράσεις και συνεργασίες. Κείμενα και παρεμβάσεις όπως αυτά που ακολουθούν, είναι σημαντικά για να κατανοήσουμε το πρόβλημα και να ξεκινήσουμε τη δράση. Επίσης, είναι σημαντική η οργάνωση εκδηλώσεων, ομιλιών, συζητήσεων με θέμα την οπαδική βία και τις ρίζες της, με τη συμβολή ειδικών επιστημόνων, όπως και με τη χρήση της τέχνης (π.χ. μουσική, θέατρο). Έχει σημασία η πραγματοποίηση στοχευμένων εργαστηρίων που θα αφορούν τη συζήτηση περιστατικών βίας και προβληματισμών γύρω από αυτά, με τη συμμετοχή ανθρώπων που τα έχουν βιώσει. Τέλος, πολύ σημαντική είναι η συνδιαμόρφωση προτάσεων προς την Πολιτεία σε συνεργασία με τους επιστημονικούς συλλόγους όπως ο ΣΕΚ, τα σωματεία, τις αθλητικές ομάδες, τις τοπικές κοινότητες και τους φορείς.

Ακολουθούν τα σημαντικά κείμενα-παρεμβάσεις της Αναστασίας Ζήση, Καθηγήτριας στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και της Θεανούς Μανουδάκη, Κοινωνιολόγου, μέλους του ΣΕΚ παρ. Θεσσαλονίκης, τις οποίες ευχαριστούμε για την ανταπόκρισή τους στο κάλεσμα και την πολύτιμη συμβολή τους.

Σε συνθήκες έντασης και κοινωνικής αποδιάρθρωσης, είναι σημαντικό να σκεφτούμε από την αρχή αυτά που έχουν αξία στη ζωή μας και να μη βάλουμε τον εαυτό μας σε ένα ατέρμονο κύκλο βίας και ρεβανσισμού. Είναι πιθανό, ότι με τον άνθρωπο απέναντι έχουμε περισσότερα να μοιραστούμε, παρά να χωρίσουμε, σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο.

Ευχαριστούμε για την πρόσκληση και τη φιλοξενία. Είμαστε στη διάθεσή σας για συνεργασία και δράση.

Άκης Ορφανός, πρόεδρος ΣΕΚ παρ. Θεσσαλονίκης


Τι είναι η οπαδική βία;

Αναστασία Ζήση, Καθηγήτρια Ψυχολογίας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Η οπαδική βία εκδηλώνεται όταν ο οργανωμένος οπαδός εγκαταλείπει τον δεσμό του με την αθλητική του ομάδα για να αφομοιωθεί σε μια άλλη ομάδα τυφλού μίσους απέναντι σε οποιονδήποτε θεωρείται εκτός της δικής του.  Ο δεσμός με μια αθλητική ομάδα, όπως η ομάδα ποδοσφαίρου, γεννιέται και μεγαλώνει συχνά μέσα από παιδικές εμπειρίες και αναμνήσεις από ισχυρά συναισθήματα χαράς, περηφάνιας και θαυμασμού.  Είναι ισχυρά γιατί η ταύτιση με μια ποδοσφαιρική ομάδα συμβαίνει σε μικρή ηλικία από σημαίνοντα πρόσωπα, όπως ο πατέρας, ο αδελφός, ο θείος, ο παππούς, ή ένας καλός γείτονας. Η ψυχή του οπαδού γεμίζει από συναισθήματα τα οποία ενισχύονται από παράλληλους δεσμούς με την γειτονιά που μεγάλωσε, τις αναμνήσεις από τις Κυριακές των αγώνων και από τον θρίαμβο της νίκης επί του αντιπάλου. Το συναίσθημα του οπαδού τρέφεται από το θέαμα του αγώνα καθώς ανήκει στο πλήθος που το παρακολουθεί αγωνιώντας για την νίκη της ομάδας του. Η νίκη μιας ομάδας σημαίνει πως η αντίπαλη ομάδα χάνει, παίρνει χαμηλή κατάταξη, και αυτή η ήττα ενδόμυχα γεννά συναισθήματα ταπείνωσης.  Ο οργανωμένος οπαδός μέσω της ταύτισης βιώνει άλλοτε τον θρίαμβο και άλλοτε την ταπείνωση.  Αυτός είναι ένας συναισθηματικός άξονας καθοριστικός για την οργάνωση του ψυχισμού του.

Είναι γνωστό, όμως, ότι το ποδόσφαιρο και τα αθλητικά σωματεία αποτελούν και οικονομικές οντότητες όπου διακινούνται χρήματα και σχέσεις γύρω από το χρήμα.  Έτσι ο κόσμος των γηπέδων αναπτύσσεται σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα με αυστηρή ιεραρχία, καθορισμένα πόστα και διακίνηση προτύπων συμπεριφορών που σχετίζονται με την οικονομική δύναμη, τον έλεγχο και την επιβολή.  Πρότυπα τα οποία ενισχύονται από τα ακούσματα της τραπ.  Όταν ο οργανωμένος οπαδός αναζητά μέσα από το σωματείο του μια θέση σε αυτόν τον αστραφτερό κόσμο της επίπλαστης χλιδής είναι διατεθειμένος να συμπεριφερθεί ριψοκίνδυνα, να ταυτιστεί όχι με την αθλητική ομάδα αλλά με την ψευδαίσθηση μιας εικόνας επιτυχίας μέσα από πολυτελή αυτοκίνητα, μηχανές, επώνυμα ρούχα κοκ. Η απορρόφηση από την ομάδα είναι ισχυρή λόγω των φαινομένων της κοινωνικής επιρροής που οδηγεί στο φαινόμενο της από-εξατομίκευσης, της απώλειας του προσωπικού εαυτού. Η κουκούλα δίνει την δύναμη της δράσης γιατί αφαιρεί την υποχρέωση της λογοδοσίας και της ευθύνης. Η αποτυχία της κατάκτησης μεταμορφώνεται σε τυφλό μίσος χωρίς αντικείμενο και με θέαμα όχι τον αθλητικό αγώνα αλλά το ξύλο και τη βία. 

Αυτή είναι μια όψη της ανθρώπινης δυστυχίας που θεραπεύεται μέσα από την επανα-κοινωνικοποίηση σε αξίες και αρχές με κέντρο τον άνθρωπο, την αδελφοσύνη και την γενική καλλιέργεια.


«Η Οπαδική Βία ως Κοινωνικό Σύμπτωμα: Η Λύση δεν Βρίσκεται στην Καταστολή»

Θεανώ Μανουδάκη, Κοινωνιολόγος, Ψυχοθεραπεύτρια. Μέλος του Συλλόγου Ελλήνων/ίδων Κοινωνιολόγων παρ. Θεσσαλονίκης

Αντιμετωπίζοντας με κριτική ματιά την απομάκρυνση του αθλητισμού από τα κλασικά ιδεώδη και τη μετατροπή του σε εμπορική δραστηριότητα, η οπαδική βία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα παθογενειών που περιλαμβάνει το ντόπινγκ, τις διασυνδέσεις με την πολιτική εξουσία, καθώς και οικονομικά και σεξουαλικά εγκλήματα και τη διακίνηση ναρκωτικών.

Στο ποδόσφαιρο, η σύγχρονη μορφή της οπαδικής βίας συνδέεται άμεσα με τη μετάβαση από τον ερασιτεχνικό στον επαγγελματικό και επιχειρηματικό χαρακτήρα του αθλήματος. Η αθέατη αλλά υπαρκτή λειτουργία των αθλητικών σωματείων ως επιχειρήσεις έχει ως αποτέλεσμα οι οπαδοί τους να μετατρέπονται σταδιακά σε καταναλωτές. Η συναισθηματική τους σύνδεση με την ομάδα γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης. Η αφοσίωση και η πίστη αποτιμώνται όλο και περισσότερο μέσα από την οικονομική στήριξη, που δεν περιορίζεται στο εισιτήριο ή στο προϊόν, αλλά επεκτείνεται στα στοιχήματα, στη διαφήμιση και στη συνολική προβολή μέσω των ΜΜΕ. Την ίδια στιγμή ενώ η βία καταδικάζεται δημόσια, συχνά στην πράξη γίνεται ανεκτή ή και έμμεσα ενισχύεται επιτρέποντας το αθλητικό γεγονός να μετατραπεί σε πεδίο συναισθηματικής εκτόνωσης και αποφόρτισης. Είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι ο οργανωμένος οπαδός δεν είναι απαραίτητα και φανατικός καθώς και ο φανατικός οπαδός δεν είναι κατ’ ανάγκη βίαιος.

Η βία στον αθλητισμό δεν αποτελεί ατομικό φαινόμενο αλλά σύνθετο κοινωνικό γεγονός, που προκύπτει από την αλληλεπίδραση ατομικών, διαπροσωπικών, πολιτισμικών και δομικών παραγόντων και συνδέεται με ευρύτερες κοινωνικές παθογένειες, ιδιαίτερα εκείνες που επηρεάζουν τους νέους. Στην πορεία εξέλιξης του αθλητισμού, η βία μετασχηματίζεται: επανεμφανίζεται ως συλλογική δράση μέσα από το σχήμα «εμείς–αυτοί». Οι οπαδικές ομάδες λειτουργούν ως υποκουλτούρες όπου η βία μπορεί να αποκτήσει λειτουργία επιβεβαίωσης ταυτότητας, κύρους και ανδρισμού, αλλά και έκφραση κοινωνικών ανισοτήτων, ενισχύοντας παράλληλα την ανάγκη του «ανήκειν» σε συνθήκες αποδυνάμωσης κοινωνικών δεσμών.

Στην προσπάθεια μας να προσεγγίσουμε τη βία στον αθλητισμό παρατηρούμε την στενή σύνδεση της με συγκεκριμένα αξιακά συστήματα και κοινωνικές συνθήκες. Συχνά λειτουργεί ως τελετουργία αποδοχής και αναγνώρισης, ιδιαίτερα για τους νέους και επηρεάζεται από τη μαζικοποίηση του ποδοσφαίρου και την έντονη επίδραση των ΜΜΕ, που καθιστούν την οπαδική ταυτότητα πιο ρευστή. Ο οπαδισμός, ως μορφή λαϊκής κουλτούρας, αποτελεί βασικό μηχανισμό συγκρότησης ταυτότητας σε μια εποχή αποδυνάμωσης των παραδοσιακών δεσμών. Η ταυτότητα αυτή διαμορφώνεται συναισθηματικά, συμβολικά και κοινωνικά, προσφέροντας έντονα βιώματα και ικανοποίηση για κατοχή μίας σταθερής και αποδεκτής από τους ομοίους θέσης σε ένα κόσμο ασαφή και μετέωρο.

Στην ελληνική πραγματικότητας σύμφωνα με τα αποτελέσματα σχετικών ερευνών, οι πιο ακραίες μορφές οπαδικής συμπεριφοράς εμφανίζονται συχνά σε νέους με δυσκολίες στην οικογένεια, στο σχολείο και στις κοινωνικές σχέσεις, περιορισμένες προοπτικές και έντονη ανάγκη αποδοχής. Η συμμετοχή σε ομάδες μπορεί να προσφέρει ένταξη και ένταση, αλλά και να οδηγήσει σε παραβατικότητα, αρνητική ταυτότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εμπλοκή με ουσίες, με τα όρια μεταξύ οπαδισμού και άλλων μορφών παραβατικότητας να παραμένουν θολά.

Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας τα περιστατικά θανάτων λόγω οπαδικής βίας αυξάνονται όπως αυξάνεται και ο κατάλογος γυναικοκτονιών, κακοποίησης παιδιών, αναβίωση ακραίων ιδεολογιών, νομιμοποίηση ρατσιστικού λόγου αλλά και οικονομικής και ηθικής κρίσης. Τα φαινόμενα αυτά αν και διαφορετικά μεταξύ τους, συνδέονται στο επίπεδο της αυξημένης ανοχής στη βία και της απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής. Οι προτεινόμενες λύσεις, επαναλαμβάνουν συχνά την ανάγκη πρόληψης σε όλα τα επίπεδα, υποστήριξης ευάλωτων ομάδων και δημιουργίας διεξόδων για τους νέους. Οι παρεμβάσεις αυτές παρότι δεν αποδίδουν άμεσα και δεν είναι πολιτικά «ελκυστικές» λόγω κόστους και χρόνου, αποτελούν τη μόνη ουσιαστική προοπτική. Η εφαρμογή κατασταλτικών μέσω και πολιτικών, για την αντιμετώπιση του φαινομένου ούτε αρκεί ούτε είναι, όπως αποδεικνύεται στην πράξη, αποτελεσματική σε βάθος χρόνου. Καμία παρέμβαση δεν είναι ουδέτερη, καθώς κάθε πολιτική για τη βία αντανακλά αντιλήψεις για ευθύνη, έλεγχο και κοινωνικά συμφέροντα. Η αντιμετώπιση είναι τόσο τεχνικό όσο και βαθιά πολιτικό ζήτημα. Στις μέχρι τώρα πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί η επιτήρηση και η ποινικοποίηση κυριαρχούν και στην πραγματικότητα λειτουργούν ως μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου και μεταθέτουν την ευθύνη στο άτομο, χωρίς να αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές αιτίες. Η απουσία πολιτικών ένταξης και μείωσης των ανισοτήτων οδηγούν απλά σε αναπαραγωγή του φαινομένου.

Η αναζήτηση σύγχρονων και ρεαλιστικών παρεμβάσεων οδηγεί στην ενίσχυση τοπικών κοινωνικών υπηρεσιών, σε προγράμματα πρόληψης σε σχολεία και δήμους με σταθερή χρηματοδότηση, καθώς και σε δομές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης για νέους που βρίσκονται σε κίνδυνο. Η ανάπτυξη κοινοτικών προγραμμάτων ένταξης μέσω αθλητισμού, εθελοντισμού και πολιτισμού μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματική εναλλακτική διεξόδου, μειώνοντας την ανάγκη για έκφραση μέσα από συγκρουσιακές ταυτότητες.

Η καλλιέργεια αξιών, στο χώρο της οικογένειας, του σχολείου και των κοινωνικών συναναστροφών που αναπαράγουν πρότυπα ανδρισμού, επιθετικότητας και νίκης, μπορεί να ενισχύει τη βία ως συμβολική διέξοδο και προσπάθεια απάντησης στις πιέσεις της ζωής και της καθημερινότητας. Σε πρακτικό επίπεδο, απαιτούνται προσβάσιμα προγράμματα οικογενειακής συμβουλευτικής, σχολές γονέων σε δήμους και σχολεία, καθώς και υπηρεσίες πρώιμης παρέμβασης που εντοπίζουν έγκαιρα δυσλειτουργικές δυναμικές. Η υποστήριξη των οικογενειών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρέπει να είναι συνεχής και όχι αποσπασματική ή περιστασιακή και να εντάσσεται σε ένα σταθερό δίκτυο κοινωνικής φροντίδας.

Στα αθλητικά σωματεία, υπό το πρίσμα της γενικότερης εμπορευματοποίησης του αθλητισμού, παρατηρούμε ότι η ένταση και η αντιπαλότητα ενισχύουν την κατανάλωση με αποτέλεσμα η βία να ενσωματώνεται στη λειτουργία του συστήματος. Στις περιπτώσεις αυτές όμως που η επιθετικότητα γίνεται ανεκτή, η βία καθίσταται προβλέψιμη, γεγονός που καθιστά αναγκαίο τον επαναπροσδιορισμό του αθλητισμού προς αξίες συνεργασίας και συμπερίληψης. Σε αυτό το πλαίσιο, άμεσες και βιώσιμες λύσεις περιλαμβάνουν αυστηρούς μεν αλλά εφαρμόσιμους κώδικες δεοντολογίας για συλλόγους και φιλάθλους, εκπαιδευτικά προγράμματα για αθλητές και προπονητές σχετικά με τη διαχείριση συναισθήματος και σύγκρουσης, καθώς και ενεργό ρόλο των ίδιων των σωματείων στην καλλιέργεια κουλτούρας μη βίας μέσω σταθερών δράσεων στις τοπικές κοινωνίες και διευρυμένων εκστρατειών ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης.

Συμπερασματικά, η οπαδική βία δεν μπορεί να κατανοηθεί ή να αντιμετωπιστεί χωρίς αμφισβήτηση των κοινωνικών συνθηκών που τη γεννούν. Δεν αρκεί η να προσπαθεί να ελέγξει τη συμπεριφορά χωρίς την ανάλογη προσπάθεια μείωσης των κοινωνικών ανισοτήτων και υποστήριξη ευάλωτων νέων. Αντίστοιχα, σε επίπεδο οικογένειας, αυτή δεν μπορεί να λειτουργεί αποτελεσματικά χωρίς κοινωνικό πλαίσιο στήριξης. Τέλος, τα σωματεία δεν μπορούν να καλλιεργούν τις υψηλές αξίες του αθλητισμού όταν λειτουργούν αποκλειστικά με όρους αγοράς. Η οπαδική βία αποτελεί βαθιά κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ορίζονται η αξία, η συμμετοχή και η αναγνώριση στον σύγχρονο αθλητισμό. Οι ευθύνες, τόσο για την δημιουργία ως και για την αντιμετώπισή του πρέπει να αναζητηθούν σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, ανάλογα με τη δύναμη και τις δυνατότητες που αναλογούν σε καθένα.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Για την εισαγωγή του μαθήματος των Οικονομικών στο Γυμνάσιο, αλλά και την απουσία των Κοινωνικών Επιστημών από το Λύκειο στο "Κόκκινο Θεσσαλονίκης 91,4"

Αποτελέσματα εκλογών ΣΕΚ- παραρτήματος Θεσσαλονίκης, 1ης Νοεμβρίου 2025

Πρόσκληση σε Εκλογοαπολογιστική Συνέλευση ΣΕΚ Παρ. Θεσ/νίκης τη Κυριακή 05 Οκτωβρίου 2025 στο 31ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ